αἰσχρός


αἰσχρός
αἰσχρός, ά, όν ['постыдный'] 1. эстет, безобразный, уродливый; 2. этич. позорный, подлый (ant. καλός)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "αἰσχρός" в других словарях:

  • αἰσχρός — causing shame masc nom sg αἰσχρός causing shame masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχρός — ή, ό (Α αἰσχρός, ά, όν) 1. αυτός που προκαλεί την ντροπή, επονείδιστος, επαίσχυντος, ατιμωτικός 2. ανήθικος, φαύλος, κακοήθης, άθλιος, φρικτός αρχ. 1. (ως αντίθ. τού καλός) (για την εξωτερική εμφάνιση) άσχημος, δύσμορφος, παραμορφωμένος 2.… …   Dictionary of Greek

  • αισχρός — [эсхрос] εκ. позорный, неприличный, непристойный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αισχρός — ή, ό ανήθικος, φαύλος: Το φέρσιμό του ήταν αισχρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰσχρότερον — αἰσχρός causing shame adverbial comp αἰσχρός causing shame masc acc comp sg αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc comp sg αἰσχρός causing shame adverbial comp αἰσχρός causing shame masc acc comp sg αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχροτάτων — αἰσχρός causing shame fem gen superl pl αἰσχρός causing shame masc/neut gen superl pl αἰσχρός causing shame fem gen superl pl αἰσχρός causing shame masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχροτέραις — αἰσχρός causing shame fem dat comp pl αἰσχροτέρᾱͅς , αἰσχρός causing shame fem dat comp pl (attic) αἰσχρός causing shame fem dat comp pl αἰσχροτέρᾱͅς , αἰσχρός causing shame fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχροτέρων — αἰσχρός causing shame fem gen comp pl αἰσχρός causing shame masc/neut gen comp pl αἰσχρός causing shame fem gen comp pl αἰσχρός causing shame masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρά — αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc pl αἰσχρά̱ , αἰσχρός causing shame fem nom/voc/acc dual αἰσχρά̱ , αἰσχρός causing shame fem nom/voc sg (attic doric aeolic) αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρόν — αἰσχρός causing shame masc acc sg αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc sg αἰσχρός causing shame masc/fem acc sg αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρότατα — αἰσχρός causing shame adverbial superl αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc superl pl αἰσχρός causing shame adverbial superl αἰσχρός causing shame neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)